RSS Feed

Του πόθου τα αγρίμια: H «εξημέρωση» της γενετήσιας ορμής προς όφελος της εξουσίας

Posted on

“Η σεξουαλικότητα δεν πρέπει να ειδωθεί ως ένστικτο αντιθετικό και απείθαρχο προς την εξουσία, αλλά ως ένα ιδιαίτερα κομβικό σημείο μετάβασης προς σχέσεις εξουσίας… Δεν αποτελεί το πλέον ανυπότακτο στοιχείο, αλλά μάλλον ένα από τα προικισμένα με τη μεγαλύτερη εργαλειακότητα προς όφελος της εξουσίας.”

Michel Foucault, Εξουσία, Γνώση και Ηθική

To 1787, ο Βρετανός διανοητής Jeremy Bentham παρουσιάζει ίσως την πιο αμφιλεγόμενη αρχιτεκτονική πρόταση: το «Πανοπτικόν». Πρόκειται για μια κυλινδρική φυλακή, όπου ο κάθε κρατούμενος πιστεύει πως παρακολουθείται διαρκώς, με αποτέλεσμα να περιφρουρεί τον ίδιο του τον εαυτό.

Η ιδέα αυτή θα «εμπνεύσει» σε μεγάλο βαθμό τον Μισέλ Φουκώ, που βλέπει το Πανοπτικόν ως το απόλυτο σύμβολο του τρόπου επιβολής της εξουσίας. Η κατάσταση «συνειδητής και μόνιμης ορατότητας» που βιώνει ο κρατούμενος στο Πανοπτικό,  διαπερνά το σώμα του  και «παγιδεύει» το μυαλό του. Το εξεταστικό βλέμμα που είναι εγγεγραμένο στην ίδια τη δομή του πειθαρχικού θεσμού (φυλακή, σχολείο, στρατός, εργοστάσιο) εσωτερικεύεται από τον έγκλειστο: καταλήγει o ίδιος να αναλαμβάνει την αστυνόμευση του εαυτού του.

Σε μια εντυπωσιακή κριτική της σύγχρονης κοινωνίας, ο Φουκώ στο έργο του «Επιτήρηση και Τιμωρία» ισχυρίστηκε ότι η άνοδος των κοινοβουλευτικών θεσμών και της νέας αντίληψης των πολιτικών ελευθεριών συνοδεύτηκε από έναν σκοτεινό αντιπερισπασμό, από την ανάδυση μιας νέας, άνευ προηγουμένου πειθαρχίας με στόχο το σώμα. Οι απαιτήσεις από το σώμα είναι τώρα κάτι περισσότερο από την απλή υποταγή ή την ιδιοποίηση των προϊόντων της εργασίας του: η νέα πειθαρχία το διαπερνά πέρα ως πέρα και προσπαθεί να ρυθμίσει τις ίδιες τις δυνάμεις και τις ενέργειες του.

Η αόρατη πειθάρχηση των σωμάτων

Η έννοια του σώματος συνίσταται σε μία απάτη: ανάγεται στη φύση και στον αδιαπραγμάτευτο, σχεδόν ιερό της χαρακτήρα, ενώ ανήκει στον πολιτισμό και την ιστορία, τη γλώσσα, την κοινωνία. Το πως νοηματοδοτήθηκε το σώμα στο διάβα της ιστορίας δεν μπορεί να θεωρηθεί καθόλου τυχαίο: Ως φυλακή της ψυχής για τον χριστιανισμό ή κατακερματισμένο μηχανικό σώμα για τον διαφωτισμό, κάθε πολιτισμός ενέγραφε τις φαντασιακές του σημασίες πάνω σ’ αυτό με τρόπο μοναδικό, δομώντας ολόκληρα πολιτικά συστήματα εκμετάλλευσης, καταπίεσης, ιεραρχίας.

Χρησιμοποιώντας μια νοητή «μηχανή του χρόνου», η σεξουαλικότητα συγκαταλέγεται στα πράγματα που αποκρύφθηκαν περισσότερο από την εποχή του χριστιανισμού. Επίσης, συγκαταλέγεται σε όσα υπέστησαν τους αυστηρότερους περιορισμούς, διότι η απελευθερωτική ανάδυσή της θα αμφισβητούσε το θεμελιώδες δόγμα περί ανωτερότητας της ψυχής σε σχέση με το σώμα. Αυτό το είχαν καταλάβει στην εντέλεια οι λιμπερτίνοι του 17ου αιώνα, και καθώς όλοι όσοι κατηγορήθηκαν και κατηγορούνται πάντοτε ότι θετουν σε κίνδυνο τη θεόθεν δοσμένη ηθική αναζητώντας την απόλαυση αντί να προετοιμάζουν την αιώνια σωτηρία τους.

Το πέρασμα στον Διαφωτισμό συντελείται με έντονους κοινωνικούς μετασχηματισμούς και ανακατατάξεις κατά τη διάρκεια του 16ου και 17ου αιώνα. Η ιδεολογία περί απελευθέρωσης του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς της φύσης, την κυριαρχία του πάνω σ’ αυτήν μέσω των θετικών επιστημών, καθώς και την απελευθέρωσή του από τη μοναρχική κυριαρχία και τον εκκλησιαστικό δογματισμό κυριαρχούν και βρίσκουν την ολοκλήρωσή τους τον 18ο αιώνα, με την παγίωση της αστικής καπιταλιστικής κοινωνίας.

Δεδομένου ότι η σεξουαλικότητα συγκροτεί την ταυτότητά μας, η εξουσία χρησιμοποιεί άλλοτε το καρότο κι άλλοτε το μαστίγιο για να την «κανονικοποιήσει» προς όφελος της.

Ειδικότερα, σε παλιότερα αυταρχικά καθεστώτα, η εξουσία ενσαρκωνόταν στο πρόσωπο του μονάρχη και ασκούνταν πάνω σε ένα ευρύ ανώνυμο σώμα υπηκόων. Η παραβίαση του νόμου θεωρούνταν προσβολή στο πρόσωπο του βασιλιά. Ενώ οι μέθοδοι που εφαρμόζονταν για την επιβολή της συμμόρφωσης, στο παρελθόν ήταν συχνά ιδιαίτερα βάναυσες, περιλαμβάνοντας εξωφρενικές βιαιοπραγίες κατά του σώματος, η εξουσία σε ένα τέτοιο σύστημα δρούσε με τρόπο τυχαίο και ασυνεχή. Το κοινωνικό σύνολο βρισκόταν σε μεγάλο βαθμό έξω από τον έλεγχό της.

Αντιθέτως, στις νεωτερικές κοινωνίες, η εξουσία «κυκλοφορεί μέσω ολοένα και πιο εκλεπτυσμένων καναλιών, αποκτώντας πρόσβαση στα άτομα καθαυτά, στα σώματά τους, τις χειρονομίες τους και σ’ όλες τις καθημερινές δραστηριότητές τους» (Φουκώ). Η εξουσία τώρα προσπαθεί να μεταμορφώσει το μυαλό των ατόμων που ίσως μπουν στον πειρασμό να της αντισταθούν, όχι απλώς να τιμωρήσει ή να φυλακίσει τα σώματά τους. Αυτό απαιτεί δύο πράγματα: πιο εκλεπτυσμένο έλεγχο του χρόνου του σώματος και των κινήσεών του – έναν έλεγχο που δεν μπορεί να πετύχει χωρίς ακατάπαυστη επιτήρηση και μια βαθύτερη κατανόηση του συγκεκριμένου προσώπου, της γένεσης και της φύσης της «περίπτωσής» του. Στην προσπάθειά της να εφαρμόσει αυτούς τους νέους μηχανισμούς, η εξουσία χρειάζεται μια νέα γνώση του ατόμου: έτσι γεννιούνται η νεωτερική ψυχολογία και κοινωνιολογία.

Στο ξεκίνημα της βιομηχανοποίησης τον 17ο αιώνα, ο πληθυσμός απέκτησε ιδιαίτερη σημασία ως πλούτος, ως εργατικό δυναμικό για τις κυβερνήσεις. Η σεξουαλικότητα μετατοπίστηκε στο επίκεντρο του οικονομικού και του πολιτικού ενδιαφέροντος. Το σκεπτικό της πληθυσμιακής πολιτικής ήταν η προσαρμογή του πληθυσμού στις ανάγκες του κεφαλαίου. Ποσοστά γεννήσεων, ηλικία γάμου, σεξουαλική ωρίμανση, συχνότητα σεξουαλικών σχέσεων, επιπτώσεις της αγαμίας και αντισυλληπτικές μέθοδοι αναλύονται εντατικά. Ξαφνικά ενδιαφέρει ο τρόπος που οι άνθρωποι κάνουν σεξ. Η πειθάρχηση του σώματος και ο επιθυμητός πληθυσμιακός έλεγχος επιτυγχάνονται μέσω της σχέσης νόρμας / απόκλισης: με τον καθορισμό της ομαλής και της «ανώμαλης» σεξουαλικότητας. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η  εκστρατεία ενάντια στον παιδικό αυνανισμό (παιδαγωγικοποίηση), η ρύθμιση της αναπαραγωγικής συμπεριφοράς και η ψυχιατρικοποίηση των λεγόμενων διεστραμμένων, ιδιαίτερα των ομοφυλόφιλων ανδρών. Αυτές οι τέσσερις διαστάσεις αποτελούν σύμφωνα με τον Foucault το σύστημα της σεξουαλικότητας. Το σεξ πλέον δεν χρήζει καταδίκης, χρήζει διαχείρισης.

Ταυτόχρονα, ο ορθός λόγος, πάνω στον οποίο υποτίθεται πως είχε οικοδομηθεί η νέα μορφή κοινωνίας έγινε προϋπόθεση για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του υποκειμένου. Το υποκείμενο-φορέας του Λόγου έπρεπε να υποταχθεί αυτοβούλως στο Κράτος (αίσθηση του καθήκοντος) προκειμένου να πραγματωθεί ως ελεύθερο άτομο. Όποιος μπορούσε να αυτοκυριαρχηθεί θεωρούνταν ικανός να κυριαρχήσει και πάνω στους άλλους, να διαχειριστεί την περιουσία και να λειτουργήσει σαν αρχηγός της οικογένειας – δομές και ρόλοι που επέβαλλαν οι αστικές καπιταλιστικές σχέσεις. Ο καπιταλισμός γεννάται και με εργαλείο τον Λόγο διατηρείται η τάξη μέσω του εσωτερικευμένου ελέγχου των υποκειμένων.

Επιπλέον, η πραγμάτωση της αστικής κυριαρχίας επιτεύχθηκε μέσω της σεξουαλικοποίησης της αστικής γυναίκας. Η σύγχρονη γυναίκα υπήρξε το πρώτο αντικείμενο ερευνών των επιστημών για τη σεξουαλικότητα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι  πρώτες απεικονίσεις του γυναικείου σκελετού εμφανίστηκαν στην ευρωπαϊκή επιστήμη, ακριβώς στα συμφραζόμενα της προσπάθειας να προσδιοριστεί η θέση των γυναικών στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Τα ενδιαφέροντα της επιστημονικής κοινότητας δεν ήταν αυθαίρετα: οι ανατόμοι επικέντρωναν την προσοχή τους σ’ εκείνα τα σημεία του σώματος που επρόκειτο να αποκτήσουν πολιτική σημασία… Η απεικόνιση ενός μικρότερου γυναικείου κρανίου χρησιμοποιήθηκε για να αποδείξει ότι οι νοητικές ικανότητες της γυναίκας ήταν κατώτερες από εκείνες του άνδρα. Η μεγαλύτερη λεκάνη της γυναίκας χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχα για να αποδείξει ότι οι γυναίκες είχαν εκ φύσεως προορισμό τη μητρότητα, την περίκλειστη σφαίρα της οικογενειακής εστίας και του σπιτιού.

Παράλληλα, η ιεραρχική σχέση άνδρα-γυναίκας, παγιωμένη μέσα στους αιώνες θεοκρατικών κοινωνιών που είχαν προηγηθεί, μετασχηματίζεται σε μια νέα μορφή πατριαρχίας, την οποία ο Διαφωτισμός νομιμοποιεί πλήρως: ο άνδρας συνιστά την «πρόοδο», καθώς ταυτίζεται με το Λόγο, αφετηρία του ξεπεράσματος της φύσης, με την οποία ταυτίζεται απαξιωτικά η γυναίκα. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, το συναίσθημα απορρίπτεται ως αυθεντική πηγή γνώσης, μια που με την τελευταία ταυτίζεται μόνο η λογική. Το συναίσθημα ισοδυναμεί με αδυναμία και θηλυκότητα, στοιχεία που βρίσκονται στον αντίποδα της αίσθησης ανδρικής ταυτότητας. Στον «Αιμίλιο ή περί αγωγής» ο Ρουσσώ διατείνεται πως και τα δύο φύλα είναι προικισμένα με αχαλίνωτα πάθη, όμως ο άνδρας προικίστηκε με λογική και η γυναίκα με σεμνοτυφία, ώστε να τα χαλιναγωγούν.

Από το 1860 ως το 1920 υπάρχει πλούσια φεμινιστική δραστηριότητα με αιτήματα οικονομικά και πολιτικά  η οποία όμως  βρίσκει εμπόδιο την επιβολή της σεξολογίας από ερευνητές όπως ο Havelock Ellis. Οι ανακαλύψεις της σεξολογίας εκλαϊκεύονται και διαχέονται στις μάζες μέσω των εγχειριδίων γάμου. Το νέο είδος «ειδικών» μπορούσε να παρέμβει στη ζωή του μέσου ανθρώπου, μεταφράζοντας τις αφηρημένες θεωρίες σε συγκεκριμένες πρακτικές συμβουλές. Δεδομένου ότι οι ειδικοί αυτοί προέρχονταν κυρίως από το χώρο της γυναικολογίας και το κίνημα ελέγχου των γεννήσεων, η εισβολή τους ως ιατρών στο πεδίο των σεξουαλικών σχέσεων αποτελεί τη συνέχιση της ιατρικοποίησης της αναπαραγωγής και της μητρότητας.

Σεξουαλικότητα και ψυχανάλυση

Τέλη της δεκαετίας του 1920. Κάτω από την σιδερένια μπότα του αναδυόμενου φασισμού  και με τον φόβο της διάλυσης της, η  Διεθνής Ψυχαναλυτική Εταιρία (IPS) παίρνει μια συγκεκριμένη θεωρητική κατεύθυνση. Ο ιδρυτής της Σίγκμουντ Φρόϋντ ενώ θεωρεί μέχρι τότε ότι η σεξουαλική ανάπτυξη αποτελεί τη θεμελιώδη προέλευση της συναισθηματικής διαταραχής, το 1926 στο έργο του «Η Απαγόρευση, Σύμπτωμα και Ανυπομονησία» υποστηρίζει πως, «…[είναι] η ανυπομονησία (ενν.η σεξουαλική ανησυχία) που παράγει την καταπίεση και όχι, όπως πίστευα στο παρελθόν πως η καταπίεση παράγει την ανυπομονησία…». Ο μέχρι τότε λαμπρός μαθητής του Φρόϋντ, ο Βίλχελμ Ράϊχ έχοντας στραμμένο το βλέμμα στον τεράστιο αριθμό περιστατικών ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης που αυξανόταν σαν αποτέλεσμα μιας εξαναγκαστικής «δημογραφικής ανάπτυξης», εξετάζει την επίδραση της αστικής ηθικής στην ψυχολογία γυναικών και ανδρών.

Το 1931 ο Φρόϋντ στην εργασία του με τίτλο «Η Ασθένεια του Πολιτισμού», υποστηρίζει πως ολόκληρος ο πολιτισμός έχει χτιστεί στην βάση της καταπίεσης της σεξουαλικότητας και της εξιδανίκευσης των σεξουαλικών ορμών, τις οποίες θεωρεί αναγκαίες προϋποθέσεις για την δημιουργία, την διατήρηση και την πρόοδο του πολιτισμού. Όσο για τις δημιουργηθείσες νευρώσεις, ο Φρόϋντ θεωρεί ότι ακολουθούν την έμφυτη «αυτοκαταστροφική αρχή» σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μια ασυνείδητη ανάγκη για τιμωρία που παλεύει ενάντια στην φυσική ανάγκη για ικανοποίηση.Με απλά λόγια, για τους Φροϋδικούς, οι νευρώσεις αποτελούν μια βιολογική κατάσταση των ανθρωπίνων όντων.

Σ’αυτό το σημείο ο Ράϊχ θα διαφωνήσει κάθετα. Θα υποστηρίξει ότι οι άνθρωποι με νευρώσεις ήταν άρρωστοι και ανισόρροποι εξαιτίας του φόβου τους πως θα τιμωρηθούν στην περίπτωση που θα λειτουργήσουν σύμφωνα με τις σεξουαλικές τους ορμές. Έπειτα προώθησε την ιδέα πως μια σεξουαλική ζωή απελευθερωμένη από ενοχικά συναισθήματα θα ήταν η καλύτερη θεραπεία για την καταπολέμηση αυτών των νευρώσεων. Κατέληξε λοιπόν στο συμπέρασμα πως μια τέτοια απελευθέρωση από τη ντροπή και την καταπίεση θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω μιας μη-κυριαρχικής ηθικής, η οποία με τη σειρά της θα μπορούσε να έλθει μόνο μέσω ενός οικονομικού συστήματος που θα ξεπερνούσε και θα καταργούσε την καταπίεση.

Ο Βίλχελμ Ράϊχ ως κατά βάση μαρξιστής θα γράψει στην «Σεξουαλική Απελευθέρωση»:  «Η σεξουαλική καταπίεση της κοινωνίας αποτελεί ένα αντιδραστικό θέμα που έχει μεγάλη σημασία. Η κοινωνία δε μπορεί να κάνει χωρίς την ανασταλτική της επίδραση πάνω στις κοινωνικές διαδικασίες, γιατί: […] προετοιμάζει την μετέπειτα υπακοή των ενηλίκων στην εξουσία του κράτους και του κεφαλαίου, καλλιεργώντας το φόβο απέναντι στην εξουσία σ’ όλα τα άτομα της κοινωνίας. – Ακρωτηριάζει τις κριτικές πνευματικές δυνάμεις των καταπιεσμένων μαζών. Η σεξουαλική απώθηση καταναλώνει ένα μεγάλο μέρος ψυχικής ενέργειας που θα χρησιμοποιόταν διαφορετικά σε πνευματική δραστηριότητα. – Τραυματίζει την ψυχική ακεραιότητα ενός τεράστιου αριθμού ανθρώπων. Αναστέλλει κι ευνουχίζει τή δύναμη για εξέγερση στα υλικά καταπιεσμένα άτομα. […]»

Όπως είναι αναμενόμενο ο Ράϊχ και οι θεωρίες του όπως θα αναπτυχθούν ιδιαίτερα στο βιβλίο του «Η Μαζική Ψυχολογία του Φασισμού» (1933) θα ενοχλήσουν τους πάντες: Η IPS θα τον διαγράψει αφού προσπαθούσε να μη συγκρουστεί με τις Ναζιστικές υπαγορεύσεις. Το ίδιο θα κάνει το Κ.Κ. Αυστρίας, με δεδομένο ότι το βασικό ενδιαφέρον της Σταλινικής του ηγεσίας ήταν πως ο Ράϊχ είχε δώσει το περίγραμμα και είχε αναλύσει ορισμένες από τις ιδιαιτερότητες του μαζικού χαρακτήρα του φασισμού, για παράδειγμα τη λατρεία της προσωπικότητας, και πως παρόλο που ο Ράιχ αναφερόταν στο φασισμό, οι κριτικές του θα μπορούσαν να ιδωθούν ως επιθέσεις στο Σταλινισμό και στις συγκρίσιμες μεθόδους του.

Το γυναικείο ζήτημα

Ιστορικά η γυναικεία εργασία τοποθετείτο με την έλευση της βιομηχανικής επανάστασης. Διόλου τυχαία, οι καπιταλιστές της εποχής αναγνώρισαν στη γυναίκα το πιο εξαιρετικό αντικείμενο εκμετάλλευσης. Οι εργάτριες, αναλφάβητες οι περισσότερες και τελείως ανειδίκευτες και από αιώνες συνηθισμένες σε μια τυφλή υπακοή, δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα τις χειρότερες συνθήκες εργασίας. Δούλευαν 12 ώρες τη μέρα και ο μισθός που έπαιρναν ήταν πολύ χαμηλότερος απ’ αυτόν που έπαιρναν οι άντρες εργάτες. Το 1886, μια έρευνα που αφορούσε τις βιομηχανίες ρούχων στη Βρετανία, όπου κυρίως εργάζονταν γυναίκες, κατέδειξε ότι ο μισθός που έπαιρναν οι εργάτριες ήταν τόσο χαμηλός που πολλές απ’ αυτές αναγκαζόταν να πουλούν το σώμα τους για να ζήσουν.Λόγω του χαμηλού μισθού, η προτίμηση των εργοδοτών στα γυναικεία εργατικά χέρια ήταν δεδομένη, με αποτέλεσμα οι άνδρες εργάτες να βλέπουν τις γυναίκες ανταγωνιστικά. Στο μεταξύ, οι γυναίκες έχοντας μικρότερες αξιώσεις (κλεισμένες για χρόνια στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού δεν ήξεραν τι θα πει οργάνωση και συλλογικότητα και πιστεύοντας πολλές φορές ότι αυτό τους αξίζει) δέχονταν τους χαμηλότερους μισθούς, κάτι που ανάγκαζε και τον άντρα εργάτη να κάνει το ίδιο, προκειμένου να τις ανταγωνιστεί. Αυτό με τη σειρά του οδηγούσε σε ακόμα μεγαλύτερη μείωση των μισθών, φτάνοντας έτσι σ’ ένα φαύλο κύκλο, που βύθιζε εργάτες και εργάτριες όλο και πιο βαθιά στη μιζέρια, την ίδια στιγμή που οι εργοδότες έτριβαν τα χέρια τους από ικανοποίηση και μετρούσαν τα κέρδη στο συρτάρι τους.

Ακολουθώντας το νήμα της ιστορίας, βλέπουμε ότι κάθε φορά που η οικονομία είχε ανάγκη από φθηνό εργατικό δυναμικό η γυναικεία εργασία χρησιμοποιείτο περισσότερο ώστε να ρίξει και τα επίπεδα των ανδρικών μισθών. Κατά την διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων και την περίοδο που ακολούθησε, οι γυναίκες ωθούνταν να βγουν στην παραγωγή. Προσλαμβάνονταν ακόμα και σε δουλειές που μέχρι τότε θεωρούνταν αποκλειστικά αντρικές. Η έλλειψη ανδρικού εργατικού δυναμικού καθιστούσε απολύτως απαραίτητη την συμμετοχή τους στην παραγωγή καθώς δεν υπήρχε άλλος τρόπος να συνεχίσει να κινείται η οικονομία και φυσικά να ρέουν τα κέρδη της αστικής τάξης.

Για την γυναικεία καταπίεση οι μαρξιστές θα πουν ότι η ταξική κοινωνία είναι η πηγή της γυναικείας καταπίεσης, άρα το γυναικείο ζήτημα συνδέεται με τον ταξικό αγώνα και την ανάγκη για σοσιαλιστική επανάσταση.Επιπλέον ήδη από το 1920, ο Λένιν αναγνωρίζοντας την προσφορά των γυναικών στην Ρωσική επανάσταση έγραφε: «Αν δεν  τραβήξουμε τις γυναίκες  στη δημόσια υπηρεσία, στην πολιτοφυλακή, στην πολιτική ζωή, αν δεν τις αποσπάσουμε από τις συνθήκες του σπιτιού και της κουζίνας που τις αποβλακώνουν, δεν είναι δυνατό να εξασφαλίσουμε πραγματική ελευθερία, δεν είναι δυνατό να οικοδομήσουμε τη δημοκρατία και να κάνουμε λόγο για σοσιαλισμό».

Στη σύγχρονη εποχή, αν και σε μικρό ποσοστό, οι γυναίκες απέκτησαν την πρόσβαση σε κυβερνητικούς θώκους αλλά ο καπιταλισμός όχι μόνο δεν ξεπεράστηκε ως πολιτικό σύστημα αλλά επιταχύνθηκε η επικράτησή του και «παγκοσμιοποιήθηκε», δημιουργώντας καινούριες, εν πολλοίς ύπουλες προκλήσεις για το γυναικείο ζήτημα.

Το ερώτημα είναι που βρισκόμαστε τώρα. Η σεξουαλική επανάσταση των σίξτις απελευθέρωσε τις γυναίκες και πώς; Σε μια συνέντευξη του στον Alex Jones o Aaron Rousso θα πει ότι  ο Nick Rockfeller του εκμηστυρεύτηκε πως η απελευθέρωση των γυναικών δεν ήταν τυχαίο γεγονός αλλά εξυπηρετούσε την συστημική ανάγκη για φορολόγηση ενός μεγαλύτερου αριθμού ατόμων, συμεπριλαμβανομένων και των γυναικών κι ότι χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Rockfeller. Επίσης το γεγονός ότι οι γυναίκες βγήκαν μαζικά στην εργασία είχε ως αποτέλεσμα, λόγω της έλλειψης διαθέσιμου χρόνου τα παιδιά να πάνε σχολείο σε μικρότερη ηλικία και να αποδεχθούν μέσω της πειθαρχικής εκπαίδευσης το κράτος ως δεύτερη ή πρώτη τους οικογένεια.

Επιπλέον γίνεται αναφορά και σε μια διάσημη φεμινίστρια την Gloria Steinem, η οποία υποστηρίζεται από τον Russo ότι έλαβε χρήματα από την CIA για την πορεία του φεμινιστικού κινήματος προς αυτή την κατεύθυνση. Γεγονός είναι ότι η Steinem, δέχθηκε χρήματα από την CIA, μετά από παραδοχή της ίδιας. Ειδικότερα διετέλεσε πρόεδρος της IRS (Independent Research Service) η οποία χρηματοδοτείτο από την CIA και λειτούργησε με στόχο να σταλούν αμερικανοί φοιτητές μη φίλα προσκείμενοι στον κομμουνισμό στο Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νέων το 1959. Εν μέσω Ψυχρού Πολέμου λοιπόν, η χρηματοδότηση της Steinem μπορεί να εξυπηρετούσε την ανάγκη για αντικομμουνιστική επικράτηση. Το πρόβλημα είναι ότι για τις παραπάνω θεωρίες-δηλώσεις δεν υπάρχουν μέχρι και σήμερα αποδείξεις.

Η εποχή του ηδονισμού

Παρατηρώντας τους ξέφρενους ρυθμούς της καταναλωτικής μανίας στον σύγχρονο καπιταλισμό, θα λέγαμε ότι το κυνήγι του καλύτερου οργασμού/σεξ δεν αφορά πια την σύσταση του εργατικού δυναμικού αλλά την σύσταση του καταναλωτικού δυναμικού. Με βάση την αναλυθείσα σχέση σεξουαλικότητας-εξουσίας η υποταγή στην νέα πειθαρχική εξουσία σημαίνει ότι  «ενημερώνεσαι για τις εξελίξεις» ότι «είσαι in». Είναι απόλυτα συμβατή με την τρέχουσα ανάγκη για μισθωτή εργασία της γυναίκας, τη λατρεία/ιδεολογία της νεότητας και του γυμνασμένου και υγιούς σώματος και την ανάγκη για ανεπτυγμένο καπιταλισμό με σκοπό τη διατήρηση υψηλών επιπέδων κατανάλωσης. Ο σύγχρονος καπιταλισμός επενδύει στην ιστορική ανασφάλεια της γυναίκας, με την συνέχιση της πατριαρχικής δομής των κοινωνιών. Τα σύγχρονα κριτήρια αποδοχής ενός σώματος ως θηλυκού είναι αδύνατο να πραγματωθούν εντελώς, δημιουργούν την ανάγκη για μεγαλύτερη κατανάλωση, αλλά διατηρώντας πάντα το αίσθημα της σωματικής ατέλειας. Ο ασφυκτικότερος έλεγχος του σώματος οδηγεί σ’ έναν ασφυκτικότερο έλεγχο της σκέψης. Η γυναίκα που ελέγχει το μακιγιάζ της εκατό φορές τη μέρα μήπως και της έτρεξε η μάσκαρα, που ανησυχεί ότι ο αέρας ή η βροχή θα της χαλάσει το χτένισμα, που κοιτάζει συχνά να δει αν της έφυγε πόντος απ’ το καλσόν ή που αισθάνεται παχιά και ελέγχει οτιδήποτε τρώει, έχει γίνει, ακριβώς όπως και ο έγκλειστος του Πανοπτικού, ένα αυτο-αστυνομευόμενο υποκείμενο, ένα άτομο που με ζήλο αυτοεπιτηρείται ακατάπαυστα. Επομένως παρά την αναμφισβήτητη πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέσω των κοινωνικών αγώνων για τα δικαιώματα των γυναικών, το μεγάλο στοίχημα για τις γυναίκες είναι να γίνουν από κρατούμενοι επιτηρητές του κάθε Πανοπτικού. Και για τα δύα φύλα όμως, η ματιά της σύγχρονης πραγματικότητας  θα πρέπει να περνά όχι μέσα από το φίλτρο μιας έμφυλης διαμάχης αλλά μέσα από εκείνο που έχει αποκρυφθεί καλύτερα από καθετί άλλο από τις απαρχές του χριστιανικού πολιτισμού: την απόλαυση που την λέμε σαρκική.

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Hellenic Nexus

 


 

Advertisements

2 responses »

  1. Και ποιος θα το διαβάσει όλο αυτό το κείμενο Ελένη;

    Reply
  2. Όποιος το κρίνει ενδιαφέρον Ανδρέα 🙂

    Reply

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: